Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

'' Σκεφτόμαστε , Αισθανόμαστε .... άρα .... Υπάρχει .... ''

     Ενώ προσπαθώ να βάλλω σε μία τάξη το χάος που επικρατεί στην βιβλιοθήκη, αντιλαμβάνομαι την ύπαρξη ενός βιβλίου το οποίο μετράει ήδη εννέα χρόνια ζωής. Η παρουσία του με φέρνει πίσω στα θρανία της τρίτης γυμνασίου, στην πρώτη επαφή μου με την τραγική ποίηση διά μέσου της  '' Ελένης'' του Ευριπίδη. Ανατρέχοντας στις σελίδες του ασυναίσθητα μου έρχονται στο νού ο αριστοτελικός ορισμός της τραγωδίας και μερικές σκόρπιες χρονολογίες. Τωόντι λυπηρό! Αν δεν είχα ασχοληθεί περαιτέρω και αν δεν ήταν το αντικείμενο των σπουδών μου αυτά τα δύο θα ήταν το μόνο απότοκο εκείνης της προσέγγισης. Συλλογιζόμενη τα παραπάνω στα αυτιά μου ηχούν οι δύο ερωτήσεις των μαθητικών μου χρόνων : << Τί μας διδάσκει η τραγωδία ; >>, << τί θέλει να πει ο ποιητής ; >>. Κάθε φορά που με ρωτούσαν ερχόμουν σε αμηχανία όχι διότι δεν ήμουν σε θέση να απαντήσω αλλά διότι δεν μπορούσα να αναφερθώ σε ένα μεμονωμένο δίδαγμα ή σε ένα μονοσήμαντο νόημα. Γνωρίζω βέβαια ότι υπάρχει ένας βασικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το κεντρικό μήνυμα. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη μας ότι το θέατρο στο οποίο συγκαταλέγεται το τραγικό είδος  μηνύει, αναπαριστά δηλαδή χαρακτήρες και συμπεριφορές. Είναι ένα αμάλγαμα σκέψεων και ιδεών το οποίο δύσκολα διαχωρίζεται. Για να εισχωρήσεις στο ενιαίο αυτό σύνολο οφείλεις να αφεθείς στο κείμενο, να κατανοήσεις τον συγγραφέα και να απαρνηθείς για κάποιο διάστημα την ταυτότητά σου.
  Προβαίνοντας στο συγκεκριμένο εγχείρημα γίνεσαι μέτοχος ενός αλλότριου κόσμου. Μίας ιδιαίτερης κοσμοθεωρίας όπου οι αντιθέσεις αμβλύνονται, η ετερότητα εξαλείφεται, ο χώρος και ο χρόνος δεν υφίστανται. Με την ασφάλεια λοιπόν, που σου παρέχει ο ρόλος του αναγνώστη ή του θεατή αποπειράσαι να οριοθετήσεις την σχέση με το θείο, να συμβιβαστείς εν ολίγοις με την φθαρτή σου φύση. Μπροστά στο απροσδόκητο άλλοτε αγωνίζεσαι δείχνοντας εμπιστοσύνη στις ενέργειες σου και άλλοτε παραιτήσαι αναπολώντας την πρότερη ευτυχία σου. Ακολουθείς την πορεία του έργου και βιώνεις το αδιέξοδο των θεατρικών προσώπων, υιοθετείς την νοοτροπία τους, καθίστασαι εν τέλει κοινωνός της ψυχοσύνθεσή τους. Η απεικόνιση ή η ανάγνωση των παθών επαληθεύει τους δικούς σου τυχόν φόβους και αδυναμίες, με επακόλουθο να συνειδητοποιείς τον δεσμό που σας ενώνει. Πρόκειται για μία διπολική σχέση, για έναν ατέρμονο διάλογο που βασίζεται στην αμοιβαιότητα. Οι πεποιθήσεις και οι εμπειρίες σου εμπλουτίζουν τις προθέσεις των χαρακτήρων ενώ η στάση των δεύτερων φωτίζει τα κίνητρα και τις αποφάσεις σου.
    Παρόλο που έχουν μεσολαβήσει τόσοι αιώνες στο πέρασμα των οποίων έχουν συμβεί σημαντικές αλλαγές σε επίπεδο ιστορικών, πολιτικών, κοινωνικών συνθηκών αισθήματα όπως το μίσος, η ζήλια, η αλαζονεία, η υπερβολική αγάπη, η υπέρμετρη αφοσίωση ή ο πόνος έχουν παραμείνει αναλλοίωτα. Δεν είναι ορθό επομένως να αντιμετωπίζουμε την τραγωδία σαν κάτι το απόμακρο αλλά σαν κάτι το πολύ οικείο. Σαν ένα μέσο που μας οδηγεί στην αυτογνωσία και στην εσωτερικότητα . Έχοντας παραφράσει το απόφθεγμα ( Σκέφτομαι άρα υπάρχω) το οποίο αποδίδεται στον Γάλλο φιλόσοφο και επιστήμονα Ρενέ Ντεκάρτ θέλω να υπενθυμίσω ότι δεν είναι αναγκαίο να διαμελίζουμε το αρχαίο κείμενο προκειμένου να ανιχνεύσουμε μία κατ΄επίφαση διδαχή
    Η λειτουργία της τραγωδίας δεν επισημαίνεται στη διδασκαλία αλλά στον προβληματισμό.
Παράλληλα με την εμφάνιση της φιλοσοφίας οι τραγικοί δεν επιθυμούν να προσφέρουν έτοιμες κατευθυντήριες οδούς. Άλλωστε η ενέργεια αυτή θα ήταν ανέφικτη. Τα ζητήματα τα οποία θίγουν δεν είναι δυνατό να είναι αποδέκτες μίας και μονόπλευρης οπτικής. Σύμφωνα με τα όσα προηγήθηκαν η προσωπική συνεισφορά του καθένα έγκειται στην πνευματική προσήλωση και εγρήγορση. Με το να εντοπίζεις τους τιθέμενους στοχασμούς και τις ενυπάρχουσες συναισθηματικές φορτίσεις τείνεις να πλησιάσεις τον σκοπό και τις βλέψεις του εκάστοτε ποιητή .