Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Το τότε του αρχαίου δράματος, Το τώρα της σύγχρονης παράστασης !

     Πριν από λίγους μήνες μου δόθηκε η δυνατότητα να παρευρεθώ στην έκθεση με τίτλο ''θεατρικά ενδύματα και προσωπεία - Από τη Σκηνή στο Μουσείο'' η οποία έλαβε χώρα αρχικά στην Εθνική Πινακοθήκη και μετέπειτα στην Εθνική Γλυπτοθήκη. Λόγω της παράτασης της ημερομηνίας και της μεταφοράς της συλλογής κατάφερα να δω από κοντά και να θαυμάσω τη σκηνογραφική δουλειά του Γιάννη Μετζικώφ. Αν θα μπορούσα βραχυλογικά να περιγράψω την προσπάθεια του συγκεκριμένου καλλιτέχνη θα μου αρκούσαν μονάχα οι λέξεις ζήλος και λεπτομέρεια. Δανειζόμενος αφενός στοιχεία της σύγχρονης εποχής εξωτερικεύει την ιδιοσυγκρασία του εκάστοτε θεατρικού χαρακτήρα και εντοπίζοντας αφετέρου την κοινή συντεταγμένη συνενώνει δύο αλλότριους κόσμους, το τότε του δράματος και το τώρα της σύγχρονης παράστασης. Μέσα από τις δημιουργίες του υπηρετεί με επάρκεια μία από τις συμβάσεις του αρχαίου ελληνικού θεάτρου η οποία αφορά τη σκηνική παρουσία των ηθοποιών και αποδίδεται με τον τεχνητό όρο Σκευή. Με την αφόρμηση λοιπόν που μου προσφέρει η άνωθεν επίσκεψη θα ήθελα εν μέρει να καταπιαστώ με το θέμα της αμφίεσης των υποκριτών που αναβιώνουν το αρχαίο δράμα και εν γένει με την καθ΄όλη προσέγγιση του προαναφερθέντος λογοτεχνικού είδους.
     Στις έντεκα Σεπτεμβρίου του 1938 τοποθετείται με την Ηλέκτρα του Σοφοκλή η πρώτη μετά την αρχαιότητα παράσταση στην Αργολική ορχήστρα και από το 1955 καθιερώνεται ο θεσμός των Επιδαυρίων. Στο διάβα όλων αυτών των χρόνων έχουμε παρακολουθήσει δεκάδες σκηνοθετικές απόπειρες. Η στάση μας προς αυτές άλλοτε είναι θετική άλλοτε επικριτική και άλλοτε ουδέτερη. Κάθε φορά που το δράμα οδηγείται στην έξοδό του και οι θεατές αποχωρούν έπεται μια σειρά αντιδράσεων ανάλογη των ατομικών αντιλήψεων. Έχοντας υπόψη τα διάφορα παρελκόμενα σχόλια συνεκδοχικά αναρωτιόμαστε για το που επαφίεται τελικά το προσωπικό κριτήριο. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πιθανόν να σχετίζεται με το τι περιμένουμε να δούμε ερχόμενοι στο θέατρο της Επιδαύρου. Η προσδοκία των περισσοτέρων συνίσταται σε μία αρχαιοπρεπή τύπου απόδοση. Μία επιθυμία με σαφές βέβαια αντίκρισμα στις συνθήκες συγγραφής και πρόσληψης των εν προκειμένω δημιουργημάτων. Τόσο η Τραγωδία όσο και η πολιτική Κωμωδία αποτελούν δείγματα της κλασικής περιόδου της αρχαιότητας και χρονολογούνται από τις αρχές έως τα τέλη του πέμπτου π.χ αιώνα. 
Σε αντιδιαστολή όμως με την ισχύουσα εντύπωση η οποία θέλει μέσα από την αναπαράσταση των αρχαίων έργων να γινόμαστε συνειδότες του τότε σύγχρονου τρόπου ένδυσης, τα δύο αυτά γραμματειακά είδη απομακρύνονται από την καθημερινότητα καταφεύγοντας σε ένα δικό τους σύστημα επικοινωνίας. 
     Ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις της τραγωδίας οι ηθοποιοί αφήνουν στην άκρη την ιδιωτική τους ταυτότητα και ενδεδυμένοι με το φυσιοκρατικό προσωπείο ως ανώνυμοι πλέον άνθρωποι ενσαρκώνουν τους ρόλους που έχουν αναλάβει. Με συμπαραστάτη τους τις κειμενικές ενδείξεις και με απώτερο στόχο να αναδειχθούν οι ζητούμενες συναισθηματικές εκδηλώσεις επιρρίπτουν το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής τους στις κινήσεις του σώματος, οι οποίες κατά κανόνα συνοδεύονται από έναν ποδήρη χιτώνα με ένα βαρύτερο ιμάτιο. Διατηρώντας μόνο τα χοντρά απλά δερμάτινα υποδήματα που κλείνουν ψηλά μεταβαίνουν στον ιδιαίτερο κόσμο της κωμωδίας όπου κυριαρχούν τα παραγεμίσματα, τα πάσης φύσεως εξογκώματα και οπωσδήποτε το προσωπείο γκροτέσκου τύπου. 
     Η προσφυγή στις ιδιάζουσες αυτές εμφανίσεις όπως είναι εύλογο επιφέρει εκτός των άλλων και το στοιχείο της διαχρονικότητας, ειδοποιό γνώρισμα που δεν έμεινε απαρατήρητο από εκείνους που είναι σε θέση να αποδεχτούν μία νεωτερική εκδοχή. Με την προοπτική αυτή να τους παρέχει μία ευχέρεια στις επιλογές οι σκηνοθέτες επιχειρούν να συζεύξουν τα συμφραζόμενα της πρώτης παράστασης με τα κοινωνικά - πολιτικά δεδομένα της κάθε ύστερης δραματοποίησή της. Με το να εστιάζουν επομένως στις πνευματικές ανησυχίες του πέμπτου π.χ αιώνα υπό νέο πρίσμα, τα επιμέρους μηνύματα και οι λάθροι συμβολισμοί αναδύονται στην επιφάνεια με την προϋπόθεση να καθίστανται εύληπτα από τους θεατές. 
     Για να επιτευχθεί όμως η πρέπουσα ζεύξη είναι ορθό να αναζητηθεί το μέτρο σύμφωνα με το οποίο είναι εφικτό να εφαρμοστούν οι εν δυνάμει ερμηνευτικές μέθοδοι και τεχνικές. Πού αλήθεια εναπόκειται το όριο ή καλύτερα ποιός είναι ο καθ΄ύλην αρμόδιος να θέσει τα πλαίσια μέσα στα όποια είναι πραγματοποιήσιμο να κινηθούν οι ενδεχόμενες σκηνοθετικές βλέψεις ;
   Στις πρώτες γραμμές του κειμένου ονομάτισα το δράμα λογοτεχνικό είδος. Σκοπίμως του προσέδωσα τον παραπάνω χαρακτηρισμό διότι ήθελα να επιστήσω ότι πρόκειται για μία τέχνη της οποίας σημαντική παράμετρος είναι ο λόγος. Λαμβάνοντας τον τελευταίο ως εχέγγυο έχουμε την ικανότητα να προβούμε σε υπαρκτούς συσχετισμούς και κατά συνέπεια να εκμαιεύσουμε τα αμιγώς αυθεντικά νοήματα. Απόρροια των όσων προηγήθηκαν είναι η συνειδητοποίηση ότι δεν καλούμαστε ρηξικέλευθοι όταν εμμένουμε σε επιδερμικές συνδηλώσεις άνευ σημασίας αλλά όταν με τεκμήριο την φωνή του συγγραφέα και σεβόμενοι την προέλευση των δύο αυτών θεατρικών παραδόσεων δεικνύουμε τη πορεία του εσωτερικού προβληματισμού και της ιδίας συνάμα κατανόησης.
     Με τη σκηνογραφία να κερδίζει σε δωρικότητα και την αμφίεση των υποκριτών να τίθεται στο μεταίχμιο του χρόνου, ελαφρωμένη από τα διακριτικά των εποχών , ας κοιτάξουμε εν κατακλείδι το ένδυμα του Ωκεανού στον Προμηθέα Δεσμώτη και ας περιηγηθούμε μέσα από το '' ἔστιν θάλασσα–τίς δέ νιν κατασβέσει;'' της Κλυταιμήστρας στον Αγαμέμνονα στο '' τη θάλασσα τη θάλασσα ποιός μπορεί να την εξαντλήσει'' της Ανδρομέδας του Σεφέρη για να αναλογιστούμε ότι κρατώντας ελεύθερη τη σκέψη μας το Ταξίδι ποτέ δεν Τελειώνει.